Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

ΤΑ ΜΕΘΥΣΜΕΝΑ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΟ (και ο γάτος Γκαριμπάλντης)


ΤΑ ΜΕΘΥΣΜΕΝΑ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΟ (και ο γάτος Γκαριμπάλντι)

Ο γάτος Γκαριμπάλντι με κοιτάζει περίεργα, εφ’ όσον (ευτυχώς) δεν είναι συνηθισμένος στο να με βλέπει να κοιμάμαι με το παντελόνι μισοβγαλμένο κάτω από τον καναπέ και δύο καλαμάκια χοιρινό μαζί με τη σος πάνω μου, αλλά τις τρεις τελευταίες μέρες το έχει δει και το έχει ξαναδεί το έργο. Αγαπάω τον επιλεκτικό οίκτο του Γκαριμπάλντι στα άθλια μεθύσια μου. Θα προσπαθήσει με δύο τρία φιλιά δαγκώματα να με ανανήψει και αφού δει πως ματαιοπονεί, θα αφοσιωθεί στην κατανάλωση του χοιρινού από το πάτωμα και από επάνω μου, μειώνοντας τις δουλειές καθαρισμού που έχω να κάνω μόλις ξυπνήσω. Το μόνο πρόβλημα, στο εικαστικό κυρίως, (γιατί με την ηθική και την υγεία δεν έχω πολλά πάρε δώσε), μέρος της παραπάνω σκηνής, είναι πως δεν είμαι 20 ετών ώστε να διαθέτει την παραμικρή χαριτωμενιά. Ναι, οκέι, αν ήμουν 20 ετών δε θα είχα Γκαριμπάλντι αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας. Υπάρχει κάτι εντελώς αντιαισθητικό και κόντρα σε όλους τους φαντασιακούς επίκτητους βιντεοκλιπισμούς με τους οποίους σκηνοθετείς τη ζωή σου, όταν γίνεσαι επανειλημμένως λιώμα μετά τα 30 σου. Το οποίο και συνοψίζεται σε μια απλή φράση: Πόσο μαλάκας μπορείς να είσαι, ή πόσο μαλάκα μπορούν να σε αντέξουν ακόμα και οι πιο κοντινοί σου, όταν επανειλημμένως τους φέρνεις σε δύσκολη θέση, θεωρώντας ότι έχεις εξασφαλίσει πασαπόρτι χαριτωμενιάς για τις γουρουνιές σου; Πόσους ανθρώπους θα προσβάλλεις με την αδερφίστικη καυστικότητά του λόγου σου, πριν βρεθεί ένας χριστιανός που δικαίως θα σε κάνει μπλε μαρέ στις φάπες μπας και το βουλώσεις; Πόσα κωλαράκια θα πιάσεις με κεκτημένη αδιακρισία, και σε πόσα στόματα θα χώσεις χωρίς να ζητήσεις άδεια, τη γλώσσα σου, όντας σίγουρος, ότι η εικόνα σου είναι γοητευτική και κανείς δεν της αντιστέκεται; Που αν μπορούσες να δεις την εικόνα σου εκείνη τη στιγμή, με το μάτι σε βλεφαρόπτωση και το στόμα στραβωμένο σαν να σου έρχεται το εγκεφαλικό, θα καταλάβανες πολύ καλά το γιατί κανείς δε βρίσκει ιδιαίτερα συναρπαστική ιδέα το να σε φιλήσει και ακόμα περισσότερο να σε πηδήξει, εφ’ όσον μαθηματικά θα λιποθυμήσεις στα μισά του πηδήματος και θα τον κάνεις να αισθάνεται νεκρόφιλος. Πόσους ανθρώπους θεωρείς ότι έχεις το δικαίωμα να ξυπνήσεις με μεθυσμένο τηλεφώνημα 4 και 5 το πρωί, για να τους φέρεις αντιμέτωπους με μια θολή μίξη κλαψουρίσματος και λεκτικού παραληρήματος εκβιάζοντας την λύπηση τους, και τεστάροντας τα όρια της ανοχής και της αγάπης τους; Υπάρχει όντως κάτι πολύ ρομαντικό ξεφτιλιζέ στο να χτυπάς κουδούνια άγρια χαράματα, ουρλιάζοντας «μη μ’ αφήνεις Ντορή μου θα φαρμακωθώ», επειδή όμως δεν σου έλαχε να λέγεσαι Ρεμπό, ή τουλάχιστον Βερλέν, θα πρέπει να συμβιβαστείς με την πιθανότητα του να σου κρεμάσουν κουδούνια। Ή να γίνει υπέρβαρος ο Γκαριμπάλντι σου, από τα σουβλάκια που σου κλέβει όταν λιποθυμάς, λίγο πριν αποκτήσεις μπυροκοιλιά. Πράγμα που και Ρεμπό να σε λέγανε, ποιητική εικόνα δεν το λες. Γιατί άπαξ και τάζεις την ομορφιά, με το λόγο σου και την τέχνη σου, το λιγότερο που μπορείς να κάνεις, είναι να την υπερασπίζεσαι με την εμφάνιση και τη ζωή σου.

***Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Antivirus

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου